Sunday, 7 August 2016

Αποκλειστικό: Αποκαλύπτουμε τον Μηχανισμό Επίλυσης Διαφορών στην FUCKK*


* Federal United Cyprus Κύπρος Kibris
Ευχαριστούμε τον Ελευθεροτέκτονα για την φωτογραφία!

Σόλων Αντάρτης~solon_antartis@yahoo.com
~~~~~~~~~~~~~

Friday, 5 August 2016

Εμείς οι «Βολεμένοι που δεν Θέλουμε Λύση»





Η διζωνική νομενκλατούρα παραπαίει. Τα γεγονότα στην Τουρκία, οι δηλώσεις των αξιωματούχων του ψευδοκράτους, οι απειλές του ισλαμοφασισμού εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και η εξέγερση των νέων Τουρκοκύπριων ενάντια στην συνεχιζόμενη «ειρηνευτική επέμβαση» της Τουρκίας στα κατεχόμενα έχουν διαλύσει κάθε επιχείρημα της διζωνικής παράταξης. Αυτοί που μας καλούσαν να εμπιστευτούμε τον Ερντογάν, αυτοί που μιλούσαν τάχα για διασφάλιση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τη διζωνική έχουν κρυφτεί σήμερα σαν τρωκτικά στις τρύπες τους από τις οποίες ξερνούν μόνον χολή και όξος. Αυτά τους έχουν μείνει. Ελλείψη επιχειρημάτων δυναμώνουν τις άναρθρες ad hominem κραυγές τους προσπαθώντας να επιβάλουν τη διζωνική παράνοια τους μέσα από τις κατηγορίες για όλους εμάς που αντιστεκόμαστε στη σχιζοφρενική τους παράκρουση. Η θλιβερή αυτή συναπαρτζιά βολεμένων δημοσιογραφίσκων, ψευδοπροοδευτικών ακαδημαϊκών και υπαλλήλων ξένων συμφερόντων εξακοντίζουν καθημερινά τα βέλη τους κενά επιχειρημάτων αλλά πλήρη δηλητηρίου. Ακονίζουν με περισσή μαεστρία τα ιοβόλα πυρά τους εφευρίσκοντας καθημερινά και νέες κατηγορίες εις βάρος μας. Απο «φουστανελλάδες», «εθνικιστές», «απορριπτικοί» έχουμε πρόσφατα εξελιχθεί σε «οπαδούς της διχοτόμησης», και «βολεμένους που δεν θέλουν τη λύση». Η ευφυία της διζωνικής νομενκλατούρας εξαντλείται στις κατηγορίες και την γκαιμπελική λάσπη τώρα που ο αγαπημένους τους Ερντογάν διατάζει σφαγές και βιασμούς, τώρα που ο ψευδοπρωθυπουργός των κατεχομένων λέει «ξεχάστε τη Μόρφου» και τώρα που η Τουρκία που μας καλούσαν να εμπιστευτούμε μας απειλεί ξανα.

Από όλες τις κατηγορίες τους και όλη την πολιτική και ηθική τους αισχρότητα υπάρχει μία που με ταράζει προσωπικά σε βαθμό που θολώνει ολόκληρη η ύπαρξη μου από την οργή που μου προκαλεί. Είναι η κατηγορία ότι εμείς που δεν επιθυμούμε τον διζωνικό ρατσισμό στην πατρίδα μας είμαστε οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση». Το παρόν είναι και η απάντηση μου στους πράκτορες της κατοχής ανάμεσα μας και τους παρατρεχάμενους τους, αυτή τη θλιβερή πέμπτη φάλαγγα που δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο...


***



Εμείς λοιπόν οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση» ονομαζόμαστε Σόλων, Άντρη, Παναγιώτης, Πέτρος, Χρήστος, Μάρω, Ανδρέας, Γιούλα, Στέλιος, Νικόλας, Έλενα, Ειρήνη... Χιλιάδες ψυχές. Έχουμε ονόματα, έχουμε παππούδες, γιαγιάδες, γονιούς, αδέλφια, συντρόφους, παιδιά, εγγόνια. Δεν είμαστε ανώνυμοι όπως μας παρουσιάζετε. Καταγόμαστε από την Πέτρα, από την Κερύνεια, από τον Ιερό Λάκκο, από τη Λύση, από τον Δαυλό, από τη Γιαλούσα από το Καπούτι. Τα χωριά μας έχουν ονόματα ελληνικά που η αισχρότητα των σφογγοκωλάριων σας δεν μπορεί να τα σβήσει. Ακούς Τάκη;

Εμείς οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση» φύγαμε μια νύχτα ή μια μέρα από τους τόπους μας όπου ήμαστε άρχοντισσες, νοικοκύρηδες, αγρότες και αγρότισσες, ψαράδες, παπουτσήδες, δασκάλες, νέες και νέοι, παιδιά. Κουβαλούμε ακόμη μαζί μας το χώμα που προλάβαμε να αρπάξουμε, το κλωναράκι βασιλικού μαραμένο μέσα στο βιβλίο και τις ουλές από τις σφαίρες πάνω στα παιδικά μας κορμιά. Μίλα Ειρήνη... Και το κλειδί της εξώπορτας. Μίλα κύριε Γιάννη...

Εμείς οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση» γίναμε πρόσφυγες στον ίδιο μας τον τόπο με ένα πάπλωμα μοναδική προίκα – μίλα μάνα μου – και μοναδικό φαΐ την ντομάτα που κρατούσε σφικτά η μητέρα μας σαν έτρεχε ανάμεσα στους βομβαρδισμούς κρατώντας μας από το χέρι. Μίλα Άντρη...

Εμείς οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση» είδαμε τις μανάδες μας να πετρώνουν αργα και βασανιστικά στην προσμονή του πατέρα, τις γιαγάδες μας να φεύγουν πικραμένες και απαρηγόρητες όταν ο γιος τους δεν ήρθε ποτέ. Θάψαμε με πίκρα τα λίγα κοκκαλάκια που μας έδωσαν λέογοντας μας ότι αυτά ήταν ο αγαπημένος μας. Αρνηθήκαμε να κλείσουμε τα μάτια στην τρύπα που είχε το κρανίο καις τα σημάδια στα οστά των χεριών από τα σύρματα. Καταλαβαίνετε ότι τα οστά χαράκτηκαν από το πόσο σφικτά ήταν τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα; Μίλα φίλε μου που το όνομα σου είναι το μοναδικό που δε θα γράψω...



Χάσαμε τα πάντα! Την δουλειά και τον μόχθο μιας ζωής στην ξενιτιά για να αγοραστούν εκείνα τα υπέροχα περβόλια με τις λεμονιές και τα κίτρα κοντά στη θάλασσα. Μίλα Παναγιώτη...

Δεν φταίξαμε σε τίποτε. Δεν κάναμε κακό σε κανένα. Δεν πειράξαμε μουγιούδιν. Αντίθετως ακόμη και τον καιρό των συγκρούσεων στη δεκαετία του 60 πηγαίναμε στην Εληά για να εισπράξουμε τα χρωστούμενα για το ακόνισμα των υνιών. Μίλα παπά μου...

Εμείς οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση» ζήσαμε σε παράγκες, σε αντίσκηνα, σε συνοικισμούς τρύπες και φτύσαμε αίμα για να αναστηθούμε χωρίς την παραμικρή βοήθεια από κανένα. Τα ψίχουλα που μας έσυρεν το κράτος-μπανανία, σας τα επιστρέφουμε με ευχαρίστηση και με τόκο όταν επιστρέψουμε άρχοντες και αφέντες στα χωράφια και τις βάρκες μας. Μίλα Αντώνη



Εμείς οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση» ζήσαμε τον ρατσισμό σας προτού ανακαλύψετε τον όρο διζωνική για να μας κάνετε για δεύτερη φορά δεύτερης διαλογής πολίτες στον ίδιο μας τον τόπο. Είδαμε από μικροί τους κοστουμαρισμένους λιμοκοντόρους και ακούσαμε τους κενούς τους λόγους γεμάτους υποσχέσεις. Κάθε μία τους βούλιαξε στις λάντες των κακοφτιαγμένων τρώγλων στις οποίες μας ρίξατε, έλιωσε στο λιοπύρι των τενεκεδένιων αυτοσχέδιων μας παράγκων χωρίς νερό και χωρίς ρεύμα στις οποίες καταφύγαμε. Μίλα  Θεοδουλε...

Το κράτος-μπανανία και το οικονομικό «θαύμα» μετά την εισβολή το κτίσαμε εμείς οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση». Το κτίσαμε με ιδρώτα, δάκρυα και αίμα σέρνοντας τα πόδια μας στις ερήμους της Αραβίας, οργώνοντας τις θάλασσες σε μακρινά μέρη – μίλα θείε Μιχάλη – και δουλεύοντας στα σταφύλια, στα τυπογραφεία, στα εργοστάσια προτού ακόμη βγάλουμε μουστάκια, η μεγαλώσει το εφηβικό μας στήθος. Μιλάτε ξαδέλφια και καλαδελφές... Μίλα Κύπρο...

Οι γονιοί μας χρωστάνε ακόμη τα δάνεια που έκαναν τις τράπεζες να δρατζιάσουν και τους κλέφτες και λωποδύτες που τις διαφέντευαν να γίνουν ζάμπλουτοι. Κάποιοι κινδυνεύουν να  χάσουν σήμερα διότι οι αδηφάγοι καρχαρίες και οι πολιτικοί που τους προστάτευαν – ξέρετε αυτοί που θέλουν σήμερα να μας σώσουν με την «ανάπτυξη» τους και τα «μνημόνια λύσης» -εφάν τζιαι εσπάσαν τζιαι θέλουν τζι άλλα. Μίλα Κώστα...

Εμείς οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση» αναγκαζόμαστε στα ήντα μας να ξενιτευτούμε για να βρούμε δουλειά. Μίλα Χρήστο... Βλέπουμε τα παιδιά μας να ξενιτεύονται διότι ο τόπος τους τα διώχνει και η καρδιά μας σπάζει. Τα δάκρυα μας στήλες άλατος στα μάγουλα μας και τα νύχια μας καρφιά στες παλάμες. Μίλα κυρία Χρυστάλλα... Αναγκαζόμαστε να σταματήσουμε τα παιδιά μας από τις σπουδές τους διότι τα χρήματα φτάνουν μόνον για να επιβιώσουμε. Καταλαβαίνετε άραγε τον πόνο μας; Μίλα κύριε Γιώργο...

Εμείς οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση» θέλουμε όσο τίποτε άλλο να επιστρέψουμε στους τόπους μας, να οργώσουμε τα χωράφια μας, να ρίξουμε τα δίκτυα μας να καθαρίσουμε το παρεκκλήσι του χωρκού μας χωρίς την έννοια του στρατού κατοχής. Μίλα κύριε Παντελή...

Την ημέρα εκείνη αν ποτέ έρθει θέλουμε να περπατήσουμε πίσω. Τα αυτοκίνητα δεν κάμνουν για το δρόμο της επιστροφής. Θέλουμε να νιώσουμε κάθε βήμα, κάθε σταγόναν ιδρώτα κάθε αγκομαχητό στο ανήφορο των Πανάγρων. Θέλουμε να γονατίσουμε, να γελάσουμε, να κλάψουμε, να βουτήσουμε με τα ρούχα μέσα στη θάλασσα και να παουρίζουμεν σαν τους πελλούς από χαρά στο λιμάνι της Κερύνειας. Δεν είναι έτσι που θα κάμουμεν Πέτρο;

Θέλουμεν να δούμεν τα γκρίζα πλοία που τους έφεραν να τους παίρνουν πίσω και να παίρνουν και τα αναθθέματα μας μαζίν τους για το κακόν που εκάμαν. Θέλουμεν να ξεθάψουμεν τα κόκκαλα των παπούδων και των γιαγιάδων μας που το νεκροταφείον όπου επουλήσαν μας τον τάφον χρυσάφιν – ξέρετε αυτοί που κυρήσσουν την αγάπην – και να τα θάψουμε στα χωρκά μας.

Και να πιούμεν! Ακόμη και όσοι από εμάς δεν πίνουμεν. Να πιούμεν για όλες και όλους που δεν θα περπατούν ανάμεσα μας. Μπορεί και να μεθύσουμε. Δεν είναι έτσι Κώστα; Και να κάτσουμε στα τραπέζια μαζί με τον Σενέρ τον Ιμπραχήμ, τη Φαϊζέ, τη Τσινέλ, τον Κοραή, τον Χασάν, τον Χουσείν, την Σεμά και όλους τους άλλους φίλους μας που δεν ξέχασαν ποτέ ότι το Δίκαιο είναι δίκαιο μόνον όταν δικεδικείται και ασκείται για όλους και που αγωνίζονται καθημερινά ενάντια στην κατοχή. Και αν κάποιος τολμήσει να διανοηθεί να τους πειράξει θα σταθούμεν μπροστά τους. Δεν είναι έτσι που με έμαθες παππού;

Εμείς οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση». Όταν μας πιάνετε στο στόμα σας να το πλυνίσκετε αθεόφοβοι. Εσείς οι βολεμένοι πράκτορες της κατοχής, με τις θεσούδες σας και τους παχουλούς μισθούς και τις επιχορηγήσεις των ΜΚΟ σας, με την θέσην στο κόμμαν, στην κυβέρνηση, στο διπλωματικό σώμα, στην ακαδημία, εσείς που το παίζετε κατατρεγμένοι και αδικημένοι από την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» όταν εσείς είστε η περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Ποθκιάντραποι έ ποθκιάντραποι!

Εμείς θέλουμεν να πάμεν πίσω στον τόπο μας χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό. Ούτε από εσάς, ούτε από Θεούς ούτε από Δαίμονες!

Υποσχόμαστε ότι τότε θα γράψουμεν τα ονόματα σας πάνω σε μαύρες πέτρες και θα τα σύρουμεν πίσω μας. Και ναι. Όλα τα ονόματα πιο πάνω ανήκουν σε αλήθινά πρόσωπα με σώματα, σάρκες και οστά, ψυχές με συνείδηση και μνήμη. Οι «δικοί μου» άνθρωποι. Γονιοί, θείες, θείοι, αδέλφια, ξαδέλφια, συμμαθητές, συνάδελφοι, γείτονες και γειτόνισσες, φίλες και φίλοι. Εμείς οι «βολεμένοι που δεν θέλουμε λύση»...

Η Λύση είναι μία και είναι κατεχόμενη! Και η Απελευθέρωση είναι η μόνη Λύση!

Εμείς οι "βολεμένοι" δεν συμβιβαζόμαστε με τίποτε λιγότερο.

Σόλων Αντάρτης~solon_antartis@yahoo.com

~~~~~~~~~~~~





Wednesday, 3 August 2016

Μάνα μου Ελλάς





Δεν έχω σπίτι πίσω για να `ρθώ
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
να περπατήσω μια Πρωτομαγιά.
(1)

Μπροστά στη φωτογραφία του Μιχάλη Μπάκα από τη Λέσβο ήταν πολύ δύσκολο να συγκρατήσω τα δάκρυα μου. Ο πονοκέφαλος από την προσπάθεια να μην λυθώ σε λυγμούς κράτησε την μισή μέρα. Δεν χωρούσαν τα δάκρυα μου ανάμεσα στους δεκάδες τουρίστες που παρακολουθούσαν την έκθεση φωτογραφίας στο μουσείο Μπενάκη.

Η φωτογραφία συνάρπασε το μάτι μου προτού καλά καλά καταλάβω τι έβλεπα. Ίσως ήταν η εικόνα της ελληνικής σημαίας πάνω στον ιστό, δυσανάλογα μικρή σε σχέση με την εικόνα της μάνας που κρατούσε τα τρία παιδιά της. Μου πήρε λίγη ώρα εστιάζοντας για να αντιληφθώ ότι ήταν άγαλμα. Στα δικά μου μάτια το άγαλμα – δεν ξέρω αν αυτή είναι η πραγματικότητα – παρουσιάζε μία μικρασιάτισσα μάνα με τα τρία προσφυγόπουλα της να ατενίζουν ίσως τη γενέθλια γη πέρα από τη θάλασσα. Ο πρόσφυγας μέσα μου που ζει το ίδιο δράμα καθημερινά γνωρίζοντας ότι το σπίτι του είναι 300 μέτρα μακριά από τη γραμμή αντιπαράταξης αλλά δεν μπορεί να το φτάσει ήθελε να γονατίσει μέσα στο μουσείο και να κλαίει γοερά με λυγμούς.

Με θολωμένα τα μάτια και το σφίξιμο ανάμεσα στα φρύδια συνέχισα να βλέπω. Μόνον τότε αντιλήφθηκα ότι πάνω στο άγαλμα και γύρω από αυτό έβλεπα νέους πρόσφυγες να καταλήγουν στο ασφαλές καταφύγιο ενός ελληνικού νησιού και να απλώνουν τα ρούχα τους για να στεγνώσουν από την αρμύρα. Κάποιοι κάθονται ημίγυμνοι στη βάση του αγάλαματος.

Οι στίχοι ανάβλυσαν από τα βάθη της ύπαρξης μου αβίαστα. Μάνα μου Ελλάς... Όχι ο χώρος, όχι η χώρα, όχι το κράτος αλλά το σύνολο του αξιακού οικοδομήματος με το οποίο πορεύομαι στη ζωή αενάως στροβιλιζόμενος στους μαιάνδρους των αρχών με τους οποίους με ανέστησε.

Φιλοξενία! Από τις ανοικτές πόρτες των παιδικών μου χρόνων και την συμπεριφορά ανθρώπων που δεν ήταν σπουδασμένοι την έμαθα. Από τις γιαγάδες και τους παπούδες μου και τις γιαγιάδες και τους παππούδες των φίλων μου με τα ελληνικά ονόματα την βίωσα ώσπου έγινε ένα βίωμα τόσο δυνατό και τόσο βαθιά ριζωμένο που έγινε συνυφασμένο με τη φύση μου.

Έτσι η άλλη φωτογραφία με τις γιαγιάδες που πλημμύρισε το δίκτυο δεν μου προξένησε καμία έκπληξη. Απλά μου θύμισε τις δικές μου. Η πράξη που τόσο συγκίνησε ολόκληρη την ανθρωπότητα ήταν τόσο φυσική και αυτοφυής για μένα. Σύμφυτη με τον πολιτισμό και την ύπαρξη μου. Μάνα μου Ελλάς. Ενίοτε δε και γιαγιά... Η ικανότητα μας να συγκινούμαστε με το αυτοφυές μας κάνει ανθρώπους.




Ζούμε σε ένα φρενοκομείο. Μέσα στο φρενοκομείο του οποίου την πόρτα άνοιξε ο αδηφάγος ιμπεριαλισμός είναι απόλυτα φυσικό να ακούονται κάθε λογής φρενοκομειακά λόγια. Ο χειρισμός και ο δημόσιος διάλογος γύρω από την προσφυγιά με γεμίζει οδύνη. Οι κατηγορίες που εκτοξεύονται ενάντια στους πρόσφυγες από την λαίλαπα των πολέμων στη Μέση Ανατολή χτέρνουν μέσα μου πληγές πυοφόρες και αιμάσσουσες οι οποίες δεν πρόκειται να κλείσουν όσα χρόνια και αν περάσουν. Όσοι από μας ζήσαμε την προσφυγια μπορούμε να αναγνωρίσουμε στο άγαλμα, στα παιδιά του, στους ημίγυμνους άντρες στη βάση του, στα ρούχα που στεγνώνουν πάνω του τον εαυτό μας, τον πατέρα μας, τη μάνα μας, τα αδέλφια μας. Στις ύβρεις ότι «είναι μουσουλμάνοι», «είναι τζιχαντιστές», «είναι χαραμοφάηδες», στις υπόνοιες του «γιατί δεν έμειναν στον τόπο τους να πολεμήσουν» αναγνωρίζουμε το «Τουρκόσποροι» των μικρασιατών και το «φάε το φαΐν σου νε μεν το φαν οι πρόσφυγες» των παιδικών μας χρόνων στην Κύπρο.

Και στους στίχους:

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς.

αναγνωρίζουμε τη μικρότητα του κράτους, της χώρας, των θεσμών της, των πολιτικών της, των ξεπουλημένων υποσχέσεων των κενών λόγων της ανθρώπινης ματαιοδοξίας που αντικαθιστά τη μάνα μας με το κακέτυπο της, στην απουσία των συναισθημάτων, στην απομάκρυνση από τις αρχές και τις αξίες που μας δίδαξε.

Δεν είμαστε όλοι πρόσφυγες! Τα μνημεία «προοδευτικής» υποκρισίας και κρατικής κομπορρημοσύνης με τα μεγάλα λόγια και την προσφορά με το αζημίωτο, που βολικά ξεχνούν ότι είμαστε και εμείς πρόσφυγες και όλοι εκείνοι που εκμεταλλεύονται με δόλο το δράμα των σύγχρονων ικέτιδων καθώς και οι φασίστες ανάμεσα μας που τους στοχοποιούν δεν μπορούν να κατανοήσουν ούτε το δράμα, ούτε την καθημερινότητα τους. Δεν γνωρίζουν και δεν μπορούν να γνωρίζουν τι σημαίνει να κοιμάσαι σε ένα στάβλο ανάμεσα στα ζώα διότι οι συμπολίτες σου δεν σου έδωσαν πρόσβαση στο σπίτι. Δεν γνωρίζουν διότι δεν το βίωσαν ποτέ να είσαι ξένος στον ίδιο σου τον τόπο. Δεν το χωρεί ο νους τους ότι κάποιοι νοικίαζαν κουτάλια και πηρούνια και πιάτα σε ανθρώπους σαν και μας. Και επειδή δεν το βίωσαν το παίζουν «προοδευτικοί» υπερασπιστές – με το αζημίωτο – ή γίνονται επιθετικοί φασίστες συνώνυμοι με την βαρβαρότητα.

Ύστερα έρχεται η άλλη φωτογραφία του Μιχάλη Μπάκα να με αποτελειώσει. Η αγάπη εν καιρώ πολέμου. Η ανάπαυση του συντρόφου. Ο θείος Έρως και η δυνατότητα επιτέλους να κοιμηθείς, να ξεκουραστείς, να πλαγιάσεις διότι το Τέρας είναι πίσω σου πέρα από τη θάλασσα, πέρα από το συρματόπλεγμα. 




Και ξέρεις βαθιά μέσα σου ότι το φόβο του θα τον κουβαλείς πάντα για μια ζωή, θα σε χαράσσει, θα παραμονεύει πάντοτε μέσα στο σκοτάδι, θα κατοικεί πάντοτε στους ήχους που θυμίζουν το κροτάλισμα του πολυβόλου ή του κρότου που θυμίζει βόμβα. Θα σε επισκέπτεται ξανά όπου ταξιδεύεις όταν στον κάθε τέτοιο ήχο θα αλαφιάζεις και θα προσπαθείς να καλύψεις τους αγαπημένους σου με ανησυχία. Θα είναι μαζί σου σε κάθε αεροδρόμιο και σε κάθε ταξίδι όταν ενώ όλοι οι άλλοι θα περπατούν αμέριμνοι εσύ θα κοιτάζεις από που μπορεί να έρθει ο κίνδυνος και ποιές είναι οι έξοδοι διαφυγής.

Θα μάθεις όμως να ζεις μαζί του. Και θα μάθεις ξανά και ξανά και ξανά ότι το μέτρο όλων είναι ο Άνθρωπος. Και η μάνα σου θα σε αγκαλιάζει.

Λέγεται ότι μέσα στην κόλαση του Άουσβιτς τέσσερις ραββίνοι δίκασαν τον Θεό. Ήταν μία αληθινή δίκη με κατήγορους και υπεράσπιση. Όταν η δίκη τελείωσε τον βρήκαν ένοχο. «Και τώρα τι κάνουμε;» αναρωτήθηκαν. Ο γηραιός ανάμεσα τους απάντησε:
«Άς προσευχηθούμε»

Άκου λοιπόν την προσευχή ενός προσφυγόπουλου μάνα μου Ελλας.

Όχι η χώρα, το κράτος, οι θεσμοί και τα σύνορα της. Η άλλη η μάνα μου, εκείνη που με ανάστησε με τον αξιακό της κόσμο.

Την Κύπρο σου την όμορφη ποτέ μην την ξεχνάς... Ούτε και τους ικέτες που ξεβράζονται στις ακρογιαλιές σου. Η φιλοξενία είναι λέξη ελληνική.

Σόλων Αντάρτης~solon_antartis@yahoo.com

~~~~~~~~~~~~


Πηγές

--------

1. Μανα μου Ελλάς


Δεν έχω σπίτι πίσω για να `ρθώ
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
να περπατήσω μια Πρωτομαγιά.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.

Thursday, 28 July 2016

Πώς Αντέχετε σε Αυτό το Τσιφλίκι που Λέγεται Κύπρος;





Πριν από μερικές μέρες έλαβα το πιο κάτω μήνυμα από ένα διαδικτυακό φίλο τον οποίο δεν γνωρίζω προσωπικά:

«Καλημέρα κ. Σολων. Ανακάλυψα τυχαία τη σελίδα σου εδώ και απο τότε την παρακολουθώ ανελλιπώς. Εύχομαι όμως να υπήρχαν περισσότεροι σαν και σένα στην Κύπρο να μας ανοίγουν τα μάτια, αν και γι αυτό δεν έχω πρόβλημα τα βρίσκω μόνος, πρόσθεσα και εσένα στις πηγές μου. Απο την άλλη με κάνει να σκέφτομαι άνθρωποι σαν και σένα με τόσες γνώσεις, καρδιά, δύναμη πως αντέχετε να ζείτε σ αυτο το τσιφλίκι που λεγεται Κύπρος; Θα με ενδιέφερεν πολύ η απαντηση σας.»

Τον ευχαρίστησα για τα καλά του λόγια -αν και τα βρίσκω λίγο υπερβολικά- και του υποσχέθηκα μία απάντηση μέσα από ένα άρθρο. Αναγνωρίζω ότι τα όσα θα γράψω θα ειναι ανακατωμένα και πιθανώς και χωρίς λογική συνέχεια. Η φύσις του ερωτήματος είναι τέτοια που ανακατώνει τα πιο δύσκολα και αβάστακτα συναισθήματα που μπορεί να έχει οποιοσδήποτε αγωνίζεται καθημερινά να επιβιώσει μέσα στο τσιφλίκι που ονομάζεται Κύπρος. Γι αυτό φίλε μου σε παρακαλώ συγχώρα την ανακατωσούρα που ακολουθεί.

***

Άγνωστε φίλε

Το ερώτημα σου με έριξε σε μία άβυσσο συναισθημάτων. Ξαναβρέθηκα σε αυτή την άβυσσο πριν από πολλά χρόνια όταν σε μία άλλη χώρα τόπο και χρόνο πήρα μία τεράστια δόση ψυχοδηλωτικών ουσιών. Η εμπειρία ήταν δύσκολη και αβάστακτη. Στην άβυσσο της απόγνωσης βρέθηκα στην εμπειρία μου κυριολεκτικά στον πάτο ενός πηγαδιού. Μπορούσα να νιώσω την υγρασία και τα βρύα γύρω μου πάνω στους τοίχους αλλά και να αισθανθώ την απουσία του φωτός. Είναι απίστευτη η αίσθηση της απουσίας του φωτός και της παρουσίας του σκότους. Συχνά τα δύο ταυτίζονται αλλά μέσα στην εμπειρία μου τότε ήταν πεντακάθαρο ότι το σκοτάδι δεν είναι απλώς η απουσία του φωτός. Έχει τη δική του υπόσταση, γεμίζοντας κάθε πόρο του σώματος, κάθε βρόγχο των πνευμόνων, οδηγώντας σε μία τρομακτική ασφυξία του σώματος και των συναισθημάτων.

Αυτή είναι και η πραγματικότητα που βιώνω προσωπικά στο τσιφλίκι μας. Ο πραγματικός μου εαυτός, τα όσα εγώ ορίζω για μένα ως τα τμήματα που συνειδητά επέλεξα να με αποτελούν είναι καθημερινά καταδικασμένα σε μία αργή και βασανιστική ασφυξία στον τόπο μας. Κάθε τι το προσωπικό, κάθε ανακάλυψη για τον μικρό μου εαυτό, κάθε συναίσθημα είναι καταδικασμένο σε μία σκοταδιστική απάνθρωπη σιωπή. Διότι φίλε μου αν στο τσιφλίκι δοκιμάσεις να ανοίξεις το στόμα σου και να μιλήσεις για τα ευαίσθητα και τα τρυφερά λεγεώνες συναισθηματικών βρικολάκων θα ορμήσουν πάνω σου να σε ξεσκίσουν. Αυτή η διάσταση της ζωής μας είναι και η πιο δύσκολη για μένα. Η άρνηση της προσωπικής και συλλογικής αυτογνωσίας των περισσότερων ανθρώπων μας είναι και η συνταγή για τις σφαγές όλων μας. Τα πρέπει και τα μην που φορτωθήκαμε από μητρός κοιλίας από το τετράπτυχο Κράτος-Εκκλησία-Κόμμαν-Οικογένεια μας συνοδεύουν καθημερινά σαν αιμάσσουσες πληγές που πυορροούν όταν συναντούντον ίδιο αυταρχισμό, την ίδια απουσία ευαισθησίας και Έρωτα. Πέρα από το μοντέλο ύπαρξης του πατρεμένου με δύο σπίτια, δύο αυτοκίνητα και 2,5 παιδιά, πολύ λίγα άλλα επιτρέπονται στο τσιφλίκι. Πέρα από «το γλείφειν εστίν φιλοσοφείν» και την ανέλιξη εντός της κοινωνίας διά του έρποντας και γλείφοντας και με τα κέρατα των κοινωνικοπολιτικών σαλίγκαρων που διαφεντεύουν τη ζωή μας δεν υπάρχει αισθάνομαι χώρος για να υπάρξουμε διαφορετικά. Η μόνη οδός που μας προσφέρεται είναι αυτή της υποταγής ή της εξορίας εντός του τσιφλικιού. Και αυτή η εξορία είναι φίλε μου αβάστακτη.

Σε μία κοινωνία στην οποία η μοναδική αξία που προάγεται είναι αυτή της αποκλειστικότητας και του ανήκειν σε κάποιον: στην εκκλησία, στο κόμμα, στους γονιούς σου, στον άντρα σου, στη γυναίκα σου, στα παιδιά σου, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα μίας αυθύπαρκτης φωτοβόλου υπάρξεως η αλήθεια είναι ότι δεν αντέχω! Η Ελευθερία αν δεν περιλαμβάνει και την προσωπική ευτυχία παύει να είναι Ελευθερία και μετατρέπεται σε ασφυκτιογόνο σκότος που πνίγει με τα όποια δεσμά του.Έτσι και εγώ ως παιδί αυτής της κοινωνίας αισθάνομαι αυτά τα δεσμά γύρω μου να με αρπάζουν και να προσπαθούν να με πνίξουν για να σιωπήσω.

Δοκίμασε φίλε μου – υποθετική η πρόταση, σε θερμοπαρακαλώ να μην – να μιλήσεις στους γύρω σου για τους πόθους και τις έλξεις σου, για τους έρωτες και τις επιθυμίες σου, για το όραμα σου για ένα καλύτερο κόσμο. Αν το πράξεις εύχομαι ολόψυχα να επιβιώσεις για να ζήσες άλλη μια μέρα. Η Ελευθερία είναι αυτό που το σύστημα αξιών του τσιφλικιού φοβάται περισσότερο από όλα. Και έτσι φίλε μου λεγεώνες συναισθηματικών βρικολάκων θα πέσουν πάνω σου να σε ξεσκίσουν. Και θα το πράξουν κάποτε με το γάντι και χειρουργική ακρίβεια και κάποτε με τον μπαλτά του κασάπη! Έτσι φίλε μου δεν αντέχω! Αν περιμένεις λόγια σοφίας από το στόμα μου πολύ φοβάμαι ότι θα συναντήσεις μόνον απόγνωση, από γνώση...

Υπομένω όμως. Συνειδητά υπομένω δικαιολογώντας στην πορεία και το επίθετο μου. Τούτον το γέρημο επίθετο που δεν το διάλεξα και που πολλοί μέχρι σήμερα με λοιδωρούν νομίζοντας ότι έχω την αλαζονεία να διαλέξω ένα τέτοιο ψευδώνυμο είναι μέχρι στιγμής και το όχημα επιβίωσης μου. Όπως ο προπάππους μου ο αντάρτης διέσωζε τον εαυτό του στα βουνά της Ηπείρου έτσι και εγώ θέλω να πιστεύω ότι πράττω μέσα στην έρημο του τσιφλικιού. Άλλοτε σιωπώντας καί άλλοτε πολεμώντας για όσα αγκαλιάζω και πιστεύω ως ορθά έχοντας πάντα κατά νου τα λόγια του άλλου εκείνου αντάρτη που τον έλεγαν Τσε: «Ζήσε και πολέμησε μιαν άλλη μέρα» και «ο αντάρτης είναι ο Ιησουίτης του πολέμου». Δεν αντέχω όμως, θέλω πραγματικά να το καταγράψεις αυτό. Δεν αντέχω. Υπομένω. Είναι πολύ διαφορετικό στα μάτια μου το ένα από το άλλο.

Ζω τη ζωή μου όπως τους κλέφτες και τους αμαρτωλούς – ελπίζω να πιάνεις το λογοπαίγνιο - αναγνωρίζοντας ότι στο τσιφλίκι χρειάζεται να κρύβω πολύ συχνά το ποιός είμαι και πώς αισθάνομαι για να επιβιώσω. Και στην πορεία προσπαθώ να μην ξεχάσω ποτέ ποιός είμαι. Υποφέρω και υπομένω συνειδητά...

Μέσα στην άβυσσο της ψυχοδήλωσης, στην εμπειρία εκείνη σε μία άλλη χώρα, μέσα στο πηγάδι χωρίς φως με το σκοτάδι να με πνίγει η φωνή της με έφτασε σαν μία λεπτή κλωστή μεταξωτού φωτός. Τα λόγια της φίλε μου με έσωσαν:
«Μην ανησυχείς Σόλωνα, θα τα καταφέρουμε»!
Και της πίστεψα φίλε μου. Εμπιστέυτηκα πλήρως την άδολη, χωρίς υποκρισία και έπαρση απλή φωνή της, αυτής που το όνομα της δεν μπορώ να γράψω τώρα για να μην την σφάξει ο κόσμος τούτος. Εκείνη και η αγάπη της με εκτόξευσεν μέσα στην εμπειρία από το αβάστακτο πνιγηρό σκοτάδι στο φως. Εκεί όπου έχασα τον εαυτό μου, εκεί που το μικρό εγώ πάυει να μας βασανίζει. Πάνε πολλά χρόνια από τότε αλλά τα λόγια της είναι χαραγμένα μέσα στην ψυχή μου. Και η εμπιστοσύνη που έκτισε μέσα μου με συνοδεύει. Χωρίς Έρωτα δεν υπάρχει νόημα φίλε μου. Και η απουσία του Έρωτα, η υποταγή του σε πρέπει και δεν πρέπει, το σφάξιμο του με τα δεσμά οδηγεί παντού και πάντοτε στο τσιφλίκι. Στο κάθε τσιφλίκι και την κάθε μάντρα.

Θυμίζω λοιπόν στον εαυτό μου ότι αν όχι για μένα ο αγώνας είναι επιτακτική ανάγκη και χρέος για τα παιδιά που ασυνείδητα έφερα στον κόσμο αγκαιλιάζοντας γνήσια τις αρχές και τις αξίες του τσιφλικιού. Εκείνες δεν φταίνε σε τίποτε για την ημισυνδειδησία του πατέρα τους. Μου έδωσαν όμως το πιο υπέροχο δώρο: Τη δυνατότητα να αγαπήσω και εγώ στη ζωή μου άδολα και χωρίς την παραμικρή επιθυμία για κάποιο αντάλλαγμα. Οι κόρες μου με έσωσαν από κάθε βρωμιά του τσιφλικιού. Κοιτάζοντας τις όλα αποκτούν την προοπτική τους. Χωρίς πρέπει και δεν πρέπει χωρίς «Μεν το κάμεις τούτον απαγορεύεται...». Επιθυμώ να ζήσουν σε ένα καλύτερο κόσμο από αυτόν που έζησε ο πατέρας τους. Και αγωνίζομαι όσο μπορώ για αυτό...

Έτσι υπομένω. Και προσδοκώ πραγματικά στην ανάσταση των εν ζωή «νεκρών» διά της επαναστάσεως. Είμαι σχεδόν βέβαιος  στα σχεδόν –ήντα μου ότι η πιθανότητα να το ζήσω είναι από απειροελάχειστη έως μηδαμινή. Ο αγώνας όμως είναι υπέροχος. Και παρά το ότι δεν αντέχω αισθάνομαι ευλογημένος που γνώρισα και γνωρίζω ανθρώπους με τους οποίους μέσα στη φυλακή μπορώ να μοιράζομαι κομμάτια του αληθινού εαυτού μου. Με άλλους λίγα και με άλλους πολλά! Και τυχερός διότι με κάποιους, ελάχιστους μπορώ να είμαι αυτός που θέλω εγώ και όχι ο άλλος που η κοινωνία επιτάσσσει. Δεν ξέρω αν τους διάλεξα ή με διάλεξαν όπως δεν ξέρω αν ο αγώνας με διάλεξε ή τον διάλεξα. Μάλλον και τα δύο.

Έτσι για να θυμίζω στον μικρό μου εαυτό όσα σου γράφω διάλεξα για το προφίλ μου στο φατσοδευτέρι τη φωτογραφία που μου έβγαλε στο σχολείο πίσω από το παράθυρο του διευθυντή ένας καλός συνάδελφος που η πορεία μας κινήθηκε μαζί για κάποια χρόνια. Χαμογελώντας πίσω από τα σίδερα και με το λογοπαίγνιο «Λα σιέρ ντε λα πρισόν σον πουρ λες λεβέντ». Διότι έχω αγκαλιάσει ως όχημα επιβίωσης και τον Πόμπο μέσα μου τον μεγαλύτερο Αριστοφανικό φιλόσοφο της παραδόσεως μας. Ο Πόμπος ζει και με καθοδηγεί.



Και ύστερα έρχονται κατι γράμματα σαν το δικό σου, κάτι συναπαντήματα με φίλες και φίλους, δωρεές αγνώστων για τους νομικούς μας αγώνες, προσφορές αγάπης από αυτούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, μια αγκαλιά, ένα κοίταγμα με νόημα στα μάτια και αναζωπυρώνεται μέσα μου η ελπίδα ότι ακόμη και μέσα στο τσιφλίκι υπάρχει ο σπόρος για κάτι το πιο ωραίο. Δεν είναι αρκετό αλλά βοηθά να υπομένω συνειδητά.

Η ελπίδα μου για ένα καλύτερο αύριο θα πεθάνει με την τελευταία μου πνοή.

Εν τσιφλικίω Κύπρω – αληθινά συγχωρήστε με φιλολογοι και φίλοι
Και με αγάπη

Σόλων Αντάρτης~solon_antartis@yahoo.com

~~~~~~~~~~~~



Friday, 22 July 2016

Γράμμα σε έναν Άγνωστο 18χρονο Τούρκο Στρατιώτη






Αδελφέ μου

Μου είναι δύσκολο να σου γράψω αυτές τις μέρες. Οι σκηνές που πλημμυρίζουν την οθόνη μου με γεμίζουν θλίψη και οργή σε βαθμους που τα χέρια μου δεν μπορούν να πληκτρολογήσουν.

Σε είδα στη γέφυρα του Βοός Πόρου 18 χρονών να κρατάς ένα G3. Πολλές σκέψεις ξεπήδησαν μέσα από το υποσυνείδητο μου. Είναι απίστευτο το τι μπορεί να γεννήσει το γέρημο το υποσυνείδητο.

Μια από τις πρώτες ήταν το τι μέσον έχεις για να υπηρετείς στην Πόλη. Βλέπεις όλοι όσοι έχουμε υπηρετήσει υποχρεωτική θητεία κάτι έχουμε πάθει. Ένας μέρος των σκέψεων μας και των κυκλωμάτων μας έχει για πάντα χαρακτεί διαφορετικά από όλους όσους δεν έχουν ποτέ αναγκαστεί να καθαρίζουν σκατά στις 6:50 το πρωί. Και είναι ανώμαλες αυτές οι σκέψεις. Δεν σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο με τα πλείστα αθώα ανθρώπινα όντα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν τι μέσον έχεις...

Σκέφτηκα μετά αν ο πατέρας σου ήταν ανάμεσα στις ορδές των Μεχμετζίκ που αιματοκύλισαν τον τόπο μου. Αν αυτός έριξε σφαίρες ή οβίδες ενάντια στον πατέρα μου, αν έβαλε κι αυτός το χέρι του ώστε στα τέσσερα μου να γίνω και εγώ Σύριος πρόσφυγας στην ίδια μου την πατρίδα. Δεν φταις εσύ γι αυτό αδελφέ μου. Ο πολιτισμός μου με έμαθε να διαχωρίζω τις πράξεις των γονιών από αυτές των παιδιών των.

Είδα στο πρόσωπο σου την απορία και την απόγνωση. Ξέρω τι σημαίνει να υπηρετείς σε ένα χώρο στον οποία σταματά η λογική και «αρχίζει ο στρατός». Ξέρω ότι οι δικοί σου αξιωματικοί είναι πολύ πιο άγριοι και απάνθρωποι από οποιονδήποτε είχα εγώ όσο δύσκολος και αν ήταν. Οι μαθητές μου στο Κουρδιστάν μου στέλλουν ακόμη γράμματα για τις «ειρηνευτικές επιχειρήσεις» του τουρκικού στρατούς τις περιοχές τους.

Σε όσους σήμερα σε κατηγορούν και χάιρονται με το μαστιγωμένο σου σώμα θέλω να φωνάξω για να σε υπερασπίσω. Βλέπεις αδελφέ μου ξέρω τι κάνουν οι τριάντα σφαίρες που γεμίζουν το G3 σου και οι άλλες 200 που κουβαλούσες στις γεμιστήρες σου – αν τις κουβαλούσες. Ξέρω τι κάνει το πενηντάρι πολυβόλο στο άρμα δίπλα σου. Και ξέρω ότι δεν χρησιμοποίησες ούτε μία. Θα μπορούσες να εξοντώσεις τον όχλο που ερχόταν από απέναντι. Θα μπορούσες να τον κατακόψεις. Δεν το έκανες. Ήσουν αθώος αδελφέ μου.



Σε είδα γυμνό μέσα στο στάβλο και η ψυχή μου μάτωσε. Θυμήθηκα τον γείτονα μου τον κύριο Χ. Επιστρέφοντας από την αιχμαλωσία δεν ήταν ποτέ ο ίδιος. Ο λεβεντάθρωπος που γνώρισα ψηλός και λυγερόκορμος σαν κυπαρίσι ήταν μονίμως απών. 




Ένα μέρος του ουδέποτε επέστρεψε. Χρόνια μετά έμαθα για τα βασανιστήρια που υπεστηκε από τις αφηγήσεις των συμπολεμιστών του. Το μοναδικό του αμάρτημα ήταν ότι στάθηκε να αντιμετωπίσει στρατιώτες σαν και σένα που εισέβαλαν στον τόπο μου. Και ότι ήταν όμορφος, ψηλός και λεβέντης. Ο όχλος δε συγχωρεί ποτέ την ομορφιά αδελφέ μου. Του θυμίζει την ασχήμια του. Και ο όχλος είναι πάντα βίαιος απέναντι στην ομορφιά.



Αδελφέ μου στα όπλα είμαι στρατιώτης 28 χρόνια τώρα. Ο λεπτός μαλλιαρός δεκαοχτάχρονος φαντάρος που ήμουν είναι πια ένας ευτραφής φαλακρός έφεδρος. Συνεχίζω να υπηρετώ, συνεχίζω να εκπαιδεύομαι στα όπλα και να ετοιμάζω το σώμα, το μυαλό και την ψυχή μου για την αναθεματισμένη ώρα που η ζωή και οι ψυχοπαθείς που κυβερνούν τη χώρα σου θα μας φέρουν ξανά αντιμέτωπους. Τα γεγονότα στον τόπο σου μου δείχνουν ότι δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι αυτό δεν θα γίνει. Αντιθέτως βλέπω ότι μπορεί να μην έχω να αντιμετωπίσω εσένα αλλά βαρβάρους με χαντζάρες και επικλησεις στον Αλλάχ. Για εκείνους θέλω να ξέρεις ότι δεν έχω κανένα ανθρώπινο συναίσθημα ούτε και οίκτο. Μόνο αβυσσαλέα οργή για όσα αντιπροσωπεύουν Εσένα όμως αδελφέ μου δεν μπορώ να σε μισήσω. Προσπάθησα όταν ήμουν πιο μικρός, όταν η πίκρα μίας ζωής γεμάτης αδικία στρεφόταν εναντίον σου και εναντίον κάθενος σαν και σένα.

Μεγάλωσα τώρα αδελφέ μου και δεν μπορώ. Έκανα παιδιά δικά μου, η μεγάλη μου κόρη είναι 20 και αν ήταν αγόρι τώρα θα τελείωνε τη θητεία της. Το μόνο που επιθυμώ είναι να ζήσει, να ευτυχήσει και να πεθάνει εν ειρήνη σε αυτό τον κόσμο. Μισώ αδελφέ μου τη στολή σου και όλα όσα αντιπροσωπεύει, μισώ όλους εκείνους που σε καθοδηγούν και στρέφουν τα όπλα σου ενάντια σε γέρους νέους και παιδιά που κάποια από αυτά είναι πρώην μαθητές μου. Εσένα δεν μπορώ να σε μισήσω.



Αδελφέ μου αν ποτέ βρεθούμε ο ένας απέναντι στον άλλο σε ένα πεδίο μάχης θέλω να ξέρεις ότι πραγματικά δεν σε εχθρεύομαι. Η Αντιγόνη του τρόπου μου με έμαθε ότι «δεν γεννήθηκα για να εχθρεύομαι αλλά για να φιλώ». Δεν υπάρχει ίχνος μίσους στην καρδιά μου για σένα και τη 18χρονη νιότη σου. Δεν υπάρει ίχνος οργής για τις σκέψεις, τις επιθυμίες και τα όνειρα σου. Σου εύχομαι ολόψυχα να γλιτώσεις από το φρενοκομείο στο οποίο ζεις και να ευτυχήσεις πραγματικά σε ένα κόσμο καλύτερο από αυτόν που έζησα εγώ και οι γονείς σου.



Θέλω όμως να ξέρεις αδελφέ μου ότι εγώ αντίθετα από σένα δεν θα διαστάσω. Η ψυχή και η καρδιά μου θα σκίζεται κάθε φορά που θα τραβώ την σκανδάλη του G3 και θα νιώθω το κλώτσημα του όπλου στον ώμο μου με τους ξεσκισμένους τένοντες. Κάθε φορά που θα νιώθω την πυρακτωμένη βολίδα να φέυγει από την κάννη και να ξεχύνεται προς εσένα θα κλαίω όπως κλαίω τώρα που σου γράφω αυτά τα λόγια. Συγγνώμη.

Δεν μπορώ όμως να εμπιστευτώ τους ψυχοπαθείς που κυβερνούν τον τόπο σου. Δεν μπορώ να σκεφτώ την πιθανότητα να υποστώ εγώ και όλοι οι άνθρωποι μου που θα βρίσκονται πίσω από μένα όλα όσα υπέστηκες εσύ.

Αδελφέ μου θέλω να ξέρεις ότι αν έρθει ποτέ εκείνη η ώρα θα σταθώ απέναντι σου. Με πόνο ψυχής και σώματος θα σταθώ απέναντι σου. Και θα σε πυροβολήσω χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό. Χωρίς ίχνος μίσους μέσα μου. Θα σε αγαπώ το ίδιο όσο σε αγαπώ την ώρα που σου γράφω αυτά τα λόγια.



Καλήν Ελευθερία αδελφέ μου! Και καλός πολίτης...

Σόλων Αντάρτης~solon_antartis@yahoo.com

~~~~~~~~~~~~