Με αφορμή την κυκλοφορία της κινηματογραφικής ταινίας «Οδύσσεια» του «σερ» Κρίστοφερ Νόλαν και τον δημόσιο διάλογο που έχει προκαλέσει δημοσιεύω το παρόν σαν ένα πετραδάκι στον ωκεανό.
Εισαγωγή:
Ανήκω στην πρώτη γενιά μετά την «μεταπολίτευση» στην οποία τα αρχαία Ελληνικά αποκόπηκαν από το αρχαίο κείμενο και έγιναν ένα βάσανο αποστήθισης κανόνων και χρόνων με αποτέλεσμα η συντριπτική πλειοψηφία των νέων να τα μισήσει. Η αποκοπή από τις ρίζες της γλώσσας μας έχει έτσι το τραγελαφικό αποτέλεσμα να βρίσκομαι Αύγουστο σε μία παραλία στο Πήλιο και να ακούω τους δύο Ιταλούς δίπλα μου να απαγγέλλουν στα αρχαία Ελληνικά τον διάλογο Νέστορα Τηλέμαχου και να μην καταλαβαίνω σχεδόν τίποτα…
***
Η πρώτη γνωριμία μου με τον Όμηρο έγινε τα χαράματα της 20ης Ιουλίου 1974. Ήμουν σχεδόν τεσσάρων και ξύπνησα με τον ομηρικό ( η ειρωνεία…) καυγά των γονιών μου. Περπάτησα στον διάδρομο και τους βρήκα στο μπάνιο να συζητούν έντονα. Ο πατέρας μου πήγαινε στον «Πόλεμο» και η μάνα μου προσπαθούσε έντονα να τον μεταπείσει. Η σκηνή χαράκτηκε ανεξίτηλα μέσα μου. Χρόνια μετά θα συναντούσα φίλους που θα μου περίγραφαν την ίδια σκηνή με τους δικούς τους γονιούς. Κάποιων οι πατεράδες δεν γύρισαν ποτέ. Εμείς σταθήκαμε τυχεροί. Είναι γι’ αυτό που ο Έκτορας είναι μέχρι σήμερα ο αγαπημένος μου τραγικός ήρωας.
Στην γειτονιά των παιδικών μου χρόνων παίζαμε Τρώες και Αχαιούς. Η μοίρα είχε εμάς τους μικρούς να παίζουμε τους Τρώες. Ασπίδα από τενεκέ, σπαθί καμωμένο από ξύλο, ακόντιο το σκουπόξυλο, κάποιοι είχαν και αυτοσχέδια τόξα, ένας από αυτούς από μηλιά. Χορδές από μεταλλικό σύρμα οι καλύτερες. Χάναμε από τα μεγαλύτερα παιδιά. Σαν τους Τρώες. Ήμαστε του Έκτορα. Ήταν του Αχιλλέα… Ήμαστε η τελευταία γενιά που έπαιξε τηρώντας μία παράδοση τριών χιλιάδων χρόνων.
Διάβασα για πρώτη φορά την Ιλιάδα και την Οδύσεια στις εκδόσεις των Κλασσικών Εικονογραφημένων. Στον ελεύθερο μου χρόνο στην προσφυγιά όταν δεν έπαιζα, διάβαζα. Στον κόσμο των βιβλίων έβρισκα καταφύγιο, ονειρευόμουν, αντρειευόμουν. Μέχρι σήμερα θυμάμαι το διάβασμα κάτω από τα σεντόνια των «Μυστικών του Βάλτου» τρώγοντας όπως τους ήρωες, ψωμί και τυρί. Μέχρι σήμερα προσπαθώ ανεπιτυχώς να «απεξαρτηθώ» από τη λατρεία μου για το τυρί. Είμαι κοντα…
Η επίσημη γνωριμία και η συνειδητή έναρξη της σχέσης μας με τον τυφλό οδηγό τυφλών έγινε στην τρυφερή ηλικία των 13, στο πρώτο μάθημα της Ιστορίας με τον γίγαντα της Ελληνικής Παιδείας Παύλο Χατζημάρκου. Ο κύριος Παύλος ήταν ο κλειδοκράτορας που άνοιξε την πύλη σε ένα νέο Κόσμο και την λατρεία μου για την ιστορία. Τον θυμάμαι μέχρι σήμερα να απλώνει στον πίνακα τον χάρτη του Τρωϊκού πολέμου και να μας καλεί να αναλογιστούμε πού βρίσκεται η Τροία και ποια σημασία έχει η θέση της. Εκείνη την μέρα έμαθα την λέξη «σιτοβολώνας», στην αναφορά για τους σιτοβολώνες της Ασίας και τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων από την Τροία. . Εκείνη την μέρα πήρα το πρώτο μου μάθημα Γεωστρατηγικής. Έγινα πενήντα χρονών για να μάθω ότι ο Δάσκαλός μου – αυτός ο σκυφτός, μειλίχιος γυαλάκιας – έζησε την δική του Ιλιάδα συμμετέχοντας στην Οργάνωση, μαζί με την αδελφή του.
Η ανάγνωση και η μελέτη των δύο επών πλούτισε τις γνώσεις και τα αισθήματά μου και με έκανε να κατανοήσω καλύτερα τον εαυτό μου. Και την λατρεία μου για τον Έκτορα. Συνάντησα στον Νέστορα τον παππού μου, με την μυθιστορηματική του πορεία, από την ορφάνια, στα μεταλλεία και τις απεργίες, στο Ελ-Αλαμέιν, στην Οργάνωση. Ο γραμματιζούμενος ως την τρίτη δημοτικού, αλλά με την σοφία της εμπειρίας και του ταξιδευτή. Και με το μπρεν στην ταράτσα της CYTA, εθελοντής τις ίδιες μαύρες μέρες της εισβολής.
Έπρεπε να πάω για σπουδές για να γνωρίσω τον πρώτο δικό μου Οδυσσέα. Ο
Αλέκος Ιακωβίδης που την Τζερύνεια, πρόσφυγας, ξεριζωμένος, σαν και μένα, αλλά
με τον Νόστο να αναδύεται από κάθε πόρο της ύπαρξης του. «Εξεριζώσαν μας τζιαι
εφυτέψαν μας δα που το βουνόν» ήταν μία από τις κουβέντες του στις ώρες που
περάσαμε μαζί, πάντοτε φιλοξενούμενοί του σε δείπνα, πάντοτε με εκείνον να
πληρώνει τον λογαριασμό. Στα βιβλία του έγραφε «Αλέκος Ιακωβίδης Κερύνεια», όλη
του η ύπαρξη φώναζε «Κερύνεια!». Ο Αλέκος μας έμαθε χορό και πώς να γυμνάζουμε
τα παιδιά. Και μένα μου δίδαξε το νόημα των στίχων:
«Μα
ο Δυσσέας και καπνό ποθεί να ιδεί απ’ αγνάντια
να βγαίνει απ’ την πατρίδα του ψηλά κι ας ξεψυχήσει.»
Κερύνεια άλλως Ιθάκη…
Στην πρόσφατη τελετή του δήμου Κερύνειας η αδελφή του μας εξομολογήθηκε δημόσια
πως η τελευταία του επιθυμία είναι η στάχτη του να επιστρέψει και να σκορπιστεί
στην λατρεμένη του πόλη, την Ιθάκη του. Έκλαια βουβά εντός μου δίπλα από τον
Ιάκωβο ενθυμούμενος και το σύνθημα πάνω στον τοίχο ενός Γυμνασίου στην
Λακατάμια: «Ακόμη κι αν το σώμα λιώσει θα μπούμε στο Βαρώσι».
Κι όμως υπάρχουν ανάμεσα μας συμπατριώτες που λοιδορούν αυτό το Άλγος του Νόστου...
Στην πορεία συνάντησα κι άλλους. Ο θείος μου ο Μιχάλης, από το πραξικόπημα στο Λάγος της Νιγηρίας, στην Ρώμη, στην πτώση του αεροπλάνου από την οποία επιβίωσε, στο πραξικόπημα στην Κύπρο, στα πεδία μαχών, όλα στο ίδιο καλοκαίρι για να προλάβει την γέννηση της ξαδέλφης μου. Κι ο Πάμπος που την Λύση, κι ο Μίκης που το Γέρι, να επιβιώνουν εκείνο το καλοκαίρι μέσα από Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, σε πορείες ανάμεσα στην Σκύλα και την Χάρυβδη. Με τις πληγές πάνω και μέσα τους. Όπως όλοι εκείνοι οι Έκτορες κι οι Οδυσσείς τους καλοκαιριού εκείνου.
Διάβασα μεγαλώνοντας τις μεταφράσεις της Οδύσσειας των Καζαντζάκη-Κακριδή, Μαρωνίτη και Πολυλά, καθώς και την πρόσφατη μετάφραση της Οδύσσειας από τον δικό μας ποιητάρη Άκη Σπανούδη. Δεν είμαι κλασσικιστής, ούτε έχω την ανάλογη Παιδεία.
Αξιώθηκα όμως στην νιότη και την ύστερη μου νιότη να ταξιδέψω στις θάλασσες που διαδραματίστηκε η Οδύσσεια – η Τροία είναι για μένα άπιαστο όνειρο ώσπου το τόπος μου είναι υπό κατοχή. Ανάμεσα στο απέραντο μπλε της θάλασσας και του ουρανού, ταξίδεψα. Όποιος δεν έχει ταξιδέψει με καϊκι στο φουρτουνιασμένο Αιγαίο δεν μπορεί να κατανοήσει την Οδύσσεια. Εκεί στο μεσιανό κατάρτι αγκαλιασμένος με άλλους και με το κύμα και τον άνεμο να μας κτυπούν στα πρόσωπα ξανασυνάντησα τον πολυμήχανο δεμένο στο μεσιανό κατάρτι, «Χίλια μύρια κύματα μακριά απ’ τ’ Αϊβαλί…»
Τα βήματα μου με πήραν στην Πύλο. Στην «αίθουσα την βροντερή» του «παλατιού του Νέστορα» καταρρέει κάθε ψευδαίσθηση για την ιστορικότητα των γεγονότων που αναφέρονται στην Οδύσσεια. Η Πύλος είναι εκεί όπου αισθάνθηκα τον αχό της Ιστορίας να με φτάνει. Το ίδιο και σ’ όλες τις «σπηλιές του Κύκλωπα» με τις οποίες είναι σπαρμένη όλη η Μεσόγειος. Από την Βοϊδιοκοιλιά, στον Πρωταρά κι απ’ την Μεγάλη Ελλάδα στην Κρήτη…
Ιθάκη, Πύλος, Μυκήνες, Κύπρος. Διερωτούμαι γιατί δεν διδάσκουμε τον δικό μας πολυμήχανο βασιλιά Κινύρα και την σχέση του με τα Τρωικά. Ή να αναζητήσουμε την σχέση με το μουσικό όργανο που φέρει το όνομά του.
Συνάντησα τέλος τον Όμηρο ως οδοδείκτη στην μέθεξη της τελετής ενός άλλου πολιτισμού, σε μία ήπειρο μακρινή. Ο Όμηρος, ο Σωκράτης και ο Αριστοτέλης παρουσιάστηκαν εντός μου, ανάμεσα σε άλλα άφατα, σαν καρικατούρες κρατώντας πλακάτ που έλεγαν «Απ Εδώ». Φωτίζοντας την εσωτερική Ατραπό. Μαζί τους οι πρόγονοί μου, άντρακλες μουστακοφόροι, γενειοφόροι, με σπαθιά και φυσεκλίκια, να με απελευθερώνουν από τον κύκλο του αίματος, φωνάζοντάς μου εν χορώ: «Το νόημα της ζωής είναι η Ευτυχία»…
Και οι Ελένες; Ωραίες στην πορεία και μοιραίες. Σαν την D που πέρασε σαν λαίλαπα από το νησί της Θεάς ένα καλοκαίρι, αναστατώνοντας την πρωτεύουσα και τον καθωπρεπισμό της. Και η δική μου που με δίδαξε ότι ο Έρωτας είναι η θεραπεία για πάσαν νόσον και πάσαν μαλακία. Ακόμη και για τον φόβο της πτήσης…
Μεγάλωσα, too old for these shit, που λένε και στο Αμέρικα για να κατανοήσω (;) το μεγαλείο των δύο επών και να το ενστερνιστώ ως οδηγό κατανόησης της ανθρώπινης φύσης και της οδύνης της μέσα σε έναν κόσμο που ορίζεται πάντα από πολεμοχαρείς άντρες, που μετατρέπουν τα προσωπικά τους Πάθη σε πορεία σφαγής, ώστε να «μείνουν στην ιστορία».
Ο Έρωτας, η σφαγή του Έρωτα, τα ανίερα δεσμά του Γάμου δίχως Έρωτα, το
Χρέος, η Φιλοξενία, η Αγάπη, η Επιστροφή, η εκ Δίκης η, καθετί το Ανθρώπινο, καθετί το Θεϊκό
συναντιούνται στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια.
Τα δύο έπη είναι τα κορυφαία αντιπολεμικά έπη στην Ιστορία του καλούμενου
«Δυτικού» πολιτισμού, παρά το ότι πραγματεύονται τον Πόλεμο μέσα από όλες του τις διαστάσεις. Οι Σπαρτιάτες στις Θερμοπύλες τον Έκτορα ακολουθούσαν, ενάντια στους οιωνούς.
Στο μεν πρώτο με την εξήγηση της σφαγής και των αιτιών της, την συνεχή επανάληψη της, της περιγραφή της, των λεπτομερειών της, τον αντίκτυπό της σε όσους την βιώνουν και στην κορύφωση της συνάντησης Αχιλλέα Πριάμου και τον γέρο βασιλιά που φιλά τα χέρια του φονιά του παιδιού του. Σε έναν τόπο όπου οι σφαγείς μας έχουν αρνηθεί τούτο το ύστατο ανθρώπινο, να θάψουμε τους νεκρούς μας, ο Όμηρος φωτοδοτεί ακόμη την Οδό. Ζητώντας Άνθρωπο
Στο δε δεύτερο με την κορυφαία συνάντηση Αχιλλέα και Οδυσσέα στον κάτω
κόσμο, ένα μικρό απόσπασμα σε σχέση με το έργο, θα έλεγες κρυμμένο ανάμεσα στον
όγκο του έργου. Και τα λόγια του «πρώτου καλύτερου των Αχαιών»:
«Μη
θες να με παρηγορήσεις για τον θάνατό μου, Οδυσσέα γενναίε·
θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον,
άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιος,
παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών.»
Είναι μια αντιπολεμική κραυγή για τον Εμφύλιο Πόλεμο και τα δεινά του. Για την θυσία των παιδιών. Για την σύγκρουση ανάμεσα στα αδέλφια που μιλούν την ίδια γλώσσα, έχουν τα ίδια έθιμα και τιμούν όσο τιμούν τους ίδιους Θεούς.
Είναι τέλος η Επιταγή για αποκατάσταση της Ηθικής τάξης. Και αυτό περιλαμβάνει την Βίαιη σφαγή των σφετεριστών και όσων την καταργούν.
Τα έπη του Ομήρου είναι η δική μας “Mahabharata”. Ένας οδηγός σκιαγράφησης της Ανθρώπινης πορείας μέσα στο σύμπαν, αλλά και του Ανθρώπου μέσα στον εαυτό του. Σε αντίθεση όμως με τους Ινδούς που έχουν μετατρέψει το κομμάτι του έπους “Bhagavat Gita” σε οδηγό πνευματικής πορείας και αυτογνωσίας, εμείς καταδικαστήκαμε - πρώτα από τους "δικούς μας" που τα υποβάθμισαν σε "μυθολογία" -, να περιμένουμε από «φωτισμένους» αλλοδαπούς κλασσικιστές και σκηνοθέτες – στραβάρα τους και στραβάρα μας – να μας εξηγήσουν το νόημα των επών που ζούμε ξανά και ξανά στην δική μας εθνική ιστορία και στις δικές μας προσωπικές πορείες. Και έτσι καταδικαζόμαστε το μάτι μας να μην βλέπει και τα αυτιά μας να μην ακούν. Αποχαυνωμένοι ανάμεσα σε σύγχρονους Λωτούς κάθε είδους, ξεχνούμε από πού ερχόμαστε.
Όμηροι του Ομήρου, καταδικασμένοι να ζούμε ξανά και ξανά Ιλιάδες και
Οδύσσειες.
Ολόκληρη η Ουσία της Οδύσσειας είναι η Επιστροφή στην πατρίδα και στον Τρόπο
της, χωρίς να χάσεις τον Εαυτό σου. Και η σφαγή αυτών που Κατέχουν και διεκδικούν όσα δεν τους ανήκουν. Και
είναι αδύνατον να κατανοηθούν ο Πόθος της Επιστροφής και η Δράση για
αποκατάσταση της Θείας Δίκης από ευνοούμενους του Ιμπέριουμ. Και τα φερέφωνά
τους…
52ος Αύγουστος μακριά από την Ιθάκη...
Σόλων Αντάρτης
~~~~~~~~~~~~~










